του Ανέστη Γερονικολάκη
Η πολιτική στην Ελλάδα δεν περνά περίοδο αδιαφορίας. Το αντίθετο. Υπάρχει συνεχής συζήτηση, ένταση, αντιπαράθεση και καθημερινή παραγωγή ειδήσεων. Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, λείπει κάτι βασικό. Η αίσθηση ότι η πολιτική μπορεί να εμπνεύσει.
Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση κινείται κυρίως γύρω από διαχείριση, κρίσεις, ισορροπίες και επικοινωνία. Όλα γίνονται πιο τεχνικά, πιο υπολογισμένα και πιο προσωρινά. Η πολιτική μοιάζει να λειτουργεί με όρους καθημερινότητας και όχι με όρους προοπτικής.
Αυτό φαίνεται παντού.
Οι κυβερνήσεις κρίνονται κυρίως για το πόσο αντέχουν την πίεση και όχι για το αν δημιουργούν ένα νέο αφήγημα για τη χώρα. Η αντιπολίτευση επενδύει περισσότερο στην κριτική παρά στη διαμόρφωση μιας μεγάλης ιδέας που να κινητοποιεί κόσμο.
Και κάπως έτσι, η πολιτική χάνει σταδιακά το πιο ισχυρό στοιχείο της.
Την ικανότητα να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν σε κάτι μεγαλύτερο από την καθημερινή σύγκρουση.
Ο κόσμος εξακολουθεί να παρακολουθεί, να συζητά και να κρίνει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος που συνδέεται με την πολιτική. Πιο δύσκολα ενθουσιάζεται, πιο δύσκολα εμπιστεύεται και ακόμη πιο δύσκολα αισθάνεται ότι ακούει κάτι πραγματικά νέο.
Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Σήμερα, η πολιτική σε πολλές χώρες μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης παρά ως δύναμη κατεύθυνσης.
Όμως χωρίς κατεύθυνση, χωρίς όραμα και χωρίς μια αίσθηση προοπτικής, η πολιτική περιορίζεται σε έναν διαρκή κύκλο επικαιρότητας.
Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής.
Όχι ότι λείπουν οι πολιτικές φωνές.
Ότι λείπουν οι πολιτικές που μπορούν να εμπνεύσουν.









