του Ανέστη Γερονικολάκη
Υπάρχει στην Ελλάδα ένα διαχρονικό, σχεδόν παθολογικό μίσος κατά της αριστείας. Ίσως είναι κατάλοιπο μιας εποχής που για να σπουδάσει ένα παιδί, η οικογένεια έπρεπε είτε να είναι πλούσια, είτε να ξεπουλήσει ό,τι είχε και δεν είχε. «Πούλησα το χωράφι για να σπουδάσει το παιδί», «πούλησα το οικόπεδο, το σπίτι». Αυτές οι ιστορίες γέννησαν ένα άτυπο κόμπλεξ: όποιος προχωρούσε, όποιος ξεχώριζε, ήταν ύποπτος.
Το βλέπαμε από τα δημόσια σχολεία. Το 80% της τάξης δεν συμπαθούσε τον απουσιολόγο, τον σημαιοφόρο, τον καλό μαθητή. Όχι γιατί ήταν κακός χαρακτήρας. Αλλά ακριβώς επειδή ήταν άριστος. Επειδή διάβαζε, επειδή προσπαθούσε, επειδή ήταν καλύτερος βαθμολογικά. Αυτή η νοοτροπία δεν έφυγε ποτέ. Μεταφέρθηκε στην κοινωνία, στις δουλειές, στην πολιτική.
Δεν αντέχουμε να βλέπουμε έναν άριστο να προοδεύει, να διαπρέπει και – το χειρότερο για κάποιους – να κυβερνά.
Και ερχόμαστε στο σήμερα. Η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι η πιο ξεκάθαρη απόδειξη αυτής της σύγκρουσης. Ένας πρωθυπουργός που ήρθε με βιογραφικό, με σπουδές, με εμπειρία εκτός πολιτικής, με μετρήσιμα αποτελέσματα. Και τα πήγε καλά.
Τα πήγε καλά στην οικονομία, όταν παρέλαβε μια χώρα με capital controls και την έφερε να δανείζεται με ιστορικά χαμηλά επιτόκια και να αναβαθμίζεται σε επενδυτική βαθμίδα. Τα πήγε καλά στην άμυνα, με τις Rafale, τις Belharra και την θωράκιση των συνόρων στον Έβρο. Τα πήγε καλά στην εξωτερική πολιτική, βάζοντας ξανά την Ελλάδα στο τραπέζι των ισχυρών. Και στην καθημερινότητα, με το ψηφιακό κράτος του http://gov.gr, που έκανε το αυτονόητο πράξη.
Τα πήγε αντικειμενικά καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πρωθυπουργό της Μεταπολίτευσης, και μάλιστα μέσα σε αλλεπάλληλες παγκόσμιες κρίσεις: πανδημία, ενεργειακή κρίση, πόλεμοι στην γειτονιά μας.
Και ποιο είναι το πολιτικό πρόγραμμα της αντιπολίτευσης απέναντι σε όλα αυτά; Μία φράση, κενή περιεχομένου: «Να φύγει ο Μητσοτάκης».
Να φύγει δηλαδή αυτός που αποδεδειγμένα τα κατάφερε, για να έρθει ποιος; Με ποιο σχέδιο; Με ποια ομάδα; Για να κάνει τι ακριβώς;
Η απάντηση είναι απλή: δεν έχουν να προτείνουν τίποτα καλύτερο. Έχουν να προτείνουν μόνο την εκδίκηση κατά του αρίστου.
Στο τέλος της ημέρας, όμως, πάντα υπερισχύει η λογική και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Γιατί ο Έλληνας, όσο κι αν παρασύρεται στιγμιαία από τον φθόνο και την εύκολη γκρίνια, βαθιά μέσα του ξέρει. Ξέρει τι είναι καλύτερο για τη χώρα, για την οικογένειά του, για τα παιδιά του που δεν θέλει να ξαναπουλήσει το χωράφι για να σπουδάσουν.
Και το καλύτερο, αποδεδειγμένα, είναι η συνέχιση της προόδου και όχι η επιστροφή στη μετριότητα.









