του Ανέστη Γερονικολάκη
Η Θεσσαλονίκη έδειξε κάτι περισσότερο από προγράμματα και εξαγγελίες. Έδειξε ποιοι θέλουν να σταθούν απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και, κυρίως, πόσο διαφορετική είναι η αφετηρία του καθενός. Όλοι μιλούν για πολιτική αλλαγή. Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί πράγματι να τη διεκδικήσει.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης το είπε καθαρά στη ΔΕΘ. Στόχος του ΠΑΣΟΚ είναι η πρώτη θέση. Και σωστά το λέει. Κανένας αρχηγός που θέλει να κυβερνήσει δεν μπορεί να ζητά από τους πολίτες τη δεύτερη. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που δεν γίνεται να αγνοήσει. Για να φτάσεις στον πρώτο, πρέπει πρώτα να ξεπεράσεις εκείνον που βρίσκεται μπροστά σου.
Και σήμερα εκεί βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας. Η ΕΛ.Α.Σ. μπήκε δυνατά στο παιχνίδι και οι πρώτες μετρήσεις τη φέρνουν στη δεύτερη θέση, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Δεν ξέρουμε αν αυτή η εικόνα θα κρατήσει μέχρι τις κάλπες και θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζουμε τις δημοσκοπήσεις σαν εκλογικό αποτέλεσμα. Το νέο δεδομένο, όμως, υπάρχει. Ο Ανδρουλάκης δεν κοιτάζει πλέον μόνο προς τον Μητσοτάκη. Είναι υποχρεωμένος να κοιτάζει και δίπλα του.
Για τον Τσίπρα, βέβαια, η δεύτερη θέση δεν μπορεί να είναι προορισμός. Έχει υπάρξει Πρωθυπουργός, έχει κερδίσει εκλογές και επιστρέφει με νέο κόμμα για να διεκδικήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν του αρκεί να περάσει το ΠΑΣΟΚ. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί πραγματικά να απειλήσει τη Νέα Δημοκρατία.
Εδώ αρχίζουν τα δικά του δύσκολα. Το νέο κόμμα τού επιτρέπει μια νέα αρχή, όχι ένα νέο παρελθόν. Κάθε πρόταση που παρουσιάζει σήμερα θα συγκρίνεται αναγκαστικά με όσα έκανε όταν κυβέρνησε. Και κάθε «θα κάνω» θα συναντά κάποια στιγμή το «γιατί δεν το έκανες;». Για έναν πρώην Πρωθυπουργό αυτό δεν είναι αδικία. Είναι το τίμημα της επιστροφής.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παίκτης που ακούγεται περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. Ο Αντώνης Σαμαράς. Κόμμα ακούμε, κόμμα δεν βλέπουμε. Και όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο μοιάζει να αντιλαμβάνεται και ο ίδιος κάτι δυσάρεστο για εκείνον. Ότι ένα τέτοιο εγχείρημα, αν τελικά γίνει, δύσκολα θα παρουσιαστεί ως μεγάλη πολιτική ανάγκη και πολύ εύκολα θα εκληφθεί ως προσωπικό καπρίτσιο.
Και αυτό είναι βαρύ για έναν πρώην Πρωθυπουργό. Πολύ περισσότερο για έναν άνθρωπο που τιμήθηκε όσο λίγοι από την παράταξή του. Η Νέα Δημοκρατία τον έκανε αρχηγό, τον οδήγησε στην πρωθυπουργία και του έδωσε πολιτική δεύτερη ευκαιρία όταν αρκετοί τον θεωρούσαν τελειωμένο. Αν λοιπόν επιλέξει στο τέλος να στραφεί απέναντί της μόνο για να κλείσει προσωπικούς λογαριασμούς, η εικόνα θα είναι περισσότερο πικρή παρά ηρωική.
Η ουσιαστική αναμέτρηση, πάντως, παραμένει αλλού. Τσίπρας και Ανδρουλάκης απευθύνονται σε μεγάλο βαθμό σε ανθρώπους που θέλουν πολιτική αλλαγή, αλλά δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ποιος μπορεί να την εκφράσει. Εκεί θα δοθεί ίσως η πιο σκληρή μάχη των επόμενων μηνών. Όχι μόνο για τη δεύτερη θέση, αλλά για το ποιος θα αποκτήσει το δικαίωμα να εμφανιστεί ως ο βασικός αντίπαλος του Μητσοτάκη.
Και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός; Παραμένει πρώτος και παρακολουθεί μια αντιπολίτευση που ακόμη ψάχνει τον κεντρικό της εκφραστή. Αυτό ασφαλώς τον ευνοεί. Δεν λύνει όμως τα δικά του προβλήματα. Η Νέα Δημοκρατία έχει απώλειες, η αυτοδυναμία δεν είναι δεδομένη και η κυβέρνηση πρέπει να ξανακερδίσει πολίτες που απομακρύνθηκαν. Η πορεία της θα κριθεί κυρίως από το αποτέλεσμα και όχι από την αδυναμία των αντιπάλων της.
Γι’ αυτό και το ερώτημα «ποιος θα ρίξει τον Μητσοτάκη;» δεν έχει ακόμη απάντηση. Ο Ανδρουλάκης πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να ξεπεράσει τον Τσίπρα. Ο Τσίπρας ότι μπορεί να μετατρέψει την επιστροφή του σε πραγματική απειλή εξουσίας. Και ο Σαμαράς, αν κάνει τελικά το βήμα, ότι υπάρχει κάτι περισσότερο πίσω από αυτό από μια προσωπική πικρία.
Όλοι θέλουν να βρεθούν απέναντι στον Μητσοτάκη. Το δύσκολο είναι ότι, πριν φτάσουν σε εκείνον, πρέπει πρώτα να αποδείξουν ότι μπορούν να γίνουν ο αντίπαλος που πράγματι τον απειλεί.









