του Ανέστη Γερονικολάκη
Η Ντόρα Μπακογιάννη είπε κάτι που συζητήθηκε πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως περίμενε. Μίλησε για υπουργούς που έχουν «καβαλήσει το καλάμι» και, όταν η κουβέντα άνοιξε, δεν έκανε πίσω. Ακολούθησαν διαφορετικές τοποθετήσεις από στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Άλλοι αναγνώρισαν το πρόβλημα, άλλοι διαφώνησαν με αυτή την εικόνα.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι να ψάξουμε ποιον φωτογράφισε. Αυτό κάνει καλό παραπολιτικό για δύο ημέρες και μετά ξεχνιέται. Το πραγματικό θέμα είναι ότι, ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, άνοιξε μέσα στην ίδια τη Νέα Δημοκρατία μια συζήτηση για τη συμπεριφορά της εξουσίας.
Επτά χρόνια είναι αρκετά για να συνηθίσεις πολλά. Το υπουργικό αυτοκίνητο, τους συνεργάτες, τις κάμερες, τα τηλέφωνα που απαντώνται αμέσως. Είναι αρκετά ακόμη και για να ξεχάσεις πώς ήταν όταν περίμενες εσύ να σου απαντήσει κάποιος. Εκεί βρίσκεται ο κίνδυνος. Όχι στο αξίωμα, αλλά στη στιγμή που αρχίζεις να το θεωρείς δεδομένο.
Και αυτή είναι μια πολυτέλεια που καμία κυβέρνηση δεν έχει. Ο πολίτης δεν ασχολείται με το ποιος υπουργός έχει μεγαλύτερη επιρροή ή ποιος κέρδισε μια εσωκομματική μάχη. Κρίνει πολύ πιο απλά. Από το αν εξυπηρετείται, αν το κράτος λειτουργεί και αν εκείνος που βρίσκεται απέναντί του εξακολουθεί να καταλαβαίνει τα προβλήματά του.
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά από το 2019. Όσο μεγαλώνει ο χρόνος παραμονής της στην εξουσία, τόσο περισσότερο χρειάζεται να προσέχει την αίσθηση του δεδομένου. Γιατί η πολιτική φθορά δεν προκαλείται μόνο από μια μεγάλη αποτυχία. Χτίζεται και από τα μικρά: ένα ύφος, μια συμπεριφορά, την εντύπωση ότι «εμείς θα είμαστε εδώ έτσι κι αλλιώς».
Ίσως, λοιπόν, η κουβέντα που άνοιξε η Ντόρα Μπακογιάννη να αποδειχθεί περισσότερο χρήσιμη παρά ενοχλητική για την κυβέρνηση. Όχι επειδή χρειάζεται να βρεθούν οι «καβαλημένοι», αλλά επειδή υπενθυμίζει εγκαίρως κάτι που στην πολιτική ξεχνιέται εύκολα.
Καμία καρέκλα δεν είναι μόνιμη. Και κανένα καλάμι δεν σε κρατάει για πάντα ψηλά.









