του Ανέστη Γερονικολάκη
Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι δεύτερες ευκαιρίες έχουν μεγάλη αξία.
Δίνονται σε ανθρώπους που δοκιμάστηκαν, αμφισβητήθηκαν, απομακρύνθηκαν ή θεωρήθηκαν ότι έκλεισαν τον κύκλο τους. Κάποιες φορές δικαιώνονται. Άλλες όχι.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που συχνά ξεχνιέται.
Κάθε τέτοια επιλογή δημιουργεί και μια υποχρέωση. Μια σχέση ευθύνης απέναντι σε όσους την έδωσαν.
Τις τελευταίες εβδομάδες η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα σενάρια για τις επόμενες κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Νέο κόμμα, νέος φορέας, νέα πολιτική πρωτοβουλία ή μια ακόμη περίοδος διαρκούς πίεσης προς την κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία.
Ο χρόνος θα δείξει τι από όλα αυτά θα συμβεί.
Υπάρχει όμως ένα δεδομένο που δεν μπορεί να διαγραφεί.
Η Νέα Δημοκρατία δεν υπήρξε απλώς ο πολιτικός χώρος του Αντώνη Σαμαρά. Τον ανέδειξε στην ηγεσία της, τον οδήγησε στην πρωθυπουργία και τον επανέφερε στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής όταν πολλοί θεωρούσαν ότι ο κύκλος του είχε κλείσει.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση δεν αφορά μόνο προσωπικές επιλογές.
Αφορά και την πολιτική μνήμη.
Κανείς δεν ζητά σιωπή από έναν πρώην πρωθυπουργό.
Η πολιτική παρέμβαση είναι δικαίωμά του και πολλές φορές υποχρέωσή του.
Στη δημοκρατία όλοι έχουν δικαίωμα να διαφωνούν. Να παρεμβαίνουν. Να ασκούν κριτική. Αυτό είναι θεμιτό και αναγκαίο.
Άλλο όμως η διαφωνία και άλλο η διαρκής υπονόμευση του χώρου που σε ανέδειξε.
Η ελληνική κεντροδεξιά έχει πληρώσει ακριβά στο παρελθόν τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Κάθε διάσπαση άφησε πίσω της τραύματα που χρειάστηκαν χρόνια για να κλείσουν. Κάθε προσωπική στρατηγική που τοποθετήθηκε πάνω από τη συλλογική πορεία άφησε λογαριασμούς που τελικά πλήρωσαν πολλοί περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές.
Γι’ αυτό και ορισμένες αποφάσεις δεν αξιολογούνται μόνο από το δικαίωμα να ληφθούν.
Αξιολογούνται και από το αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους.
Η ιστορία πράγματι δίνει δεύτερες ευκαιρίες.
Όχι όμως δεύτερα συγχωροχάρτια.








