του Ανέστη Γερονικολάκη
Η Ελλάδα έχει αλλάξει σελίδα τα τελευταία χρόνια και αυτό είναι κάτι που δύσκολα αμφισβητείται. Η συζήτηση δεν περιστρέφεται πια γύρω από τον κίνδυνο, αλλά γύρω από την προοπτική. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια διαφορετική αφετηρία για την πολιτική και την οικονομία.
Η κυβερνητική επιλογή της σταθερότητας έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση. Σε μια περίοδο που το διεθνές περιβάλλον παραμένει απρόβλεπτο, η συνέπεια στις βασικές κατευθύνσεις λειτουργεί ως παράγοντας εμπιστοσύνης για επενδύσεις και κεφάλαια.
Ωστόσο, η μεγάλη εικόνα δεν είναι η μόνη που καθορίζει το αποτέλεσμα. Η πραγματική οικονομία λειτουργεί με όρους καθημερινότητας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένα κόστη, η αγορά προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα και η ρευστότητα δεν είναι δεδομένη για όλους.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η σημασία της επιχειρηματικότητας ως μοχλού ισορροπίας. Δεν αρκεί να προσελκύονται μεγάλα projects, χρειάζεται να ενισχύεται και η βάση της οικονομίας, εκεί όπου δημιουργείται η μεγαλύτερη διασπορά δραστηριότητας και απασχόλησης.
Παράλληλα, το κράτος καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του. Όχι ως μηχανισμός διαχείρισης, αλλά ως καταλύτης που διευκολύνει την ανάπτυξη. Η ταχύτητα στις αποφάσεις, η απλοποίηση διαδικασιών και η λειτουργικότητα των υπηρεσιών επηρεάζουν άμεσα την οικονομική δραστηριότητα.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η σύνδεση της ανάπτυξης με το εισόδημα. Όσο η αύξηση των μεγεθών δεν μεταφράζεται σε βελτίωση της αγοραστικής δυνατότητας, δημιουργείται ένα κενό αντίληψης ανάμεσα στην εικόνα και στην εμπειρία. Η πολιτική διαχείριση αυτής της φάσης απαιτεί ισορροπία. Από τη μία πλευρά χρειάζεται να διατηρηθεί η πορεία που έχει χτιστεί. Από την άλλη, να υπάρξουν παρεμβάσεις που να ενισχύσουν την αίσθηση συμμετοχής της κοινωνίας σε αυτή την πορεία.
Η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί από τις εξαγγελίες, αλλά από την αποτελεσματικότητα. Οι επιλογές που θα γίνουν θα καθορίσουν αν η ανάπτυξη θα αποκτήσει βάθος και διάρκεια ή αν θα παραμείνει μια εικόνα που δεν αγγίζει όλους. Στο τέλος, αυτό που θα μείνει δεν είναι οι αριθμοί, αλλά η πραγματική επίδραση στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Και εκεί είναι που κρίνεται κάθε πολιτική.







