της Δήμητρας Λυγούρα
πρώην Γενική Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής
Όταν ο σωφρονισμός αντιμετωπίζεται με αποστροφή, η θεσμική σοβαρότητα υποχωρεί και η ασφάλεια καθίσταται εύθραυστη
Το πρόσφατο περιστατικό βίας στο σωφρονιστικό κατάστημα Δομοκού επαναφέρει ένα γνώριμο μοτίβο δημόσιας συζήτησης. Πώς μπήκε το όπλο; Ποιος ευθύνεται; Ποια πρωτόκολλα παραβιάστηκαν; Τα ερωτήματα είναι εύλογα. Δεν είναι όμως τα πιο ουσιαστικά.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι “γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό;” Τι είναι εκείνο στο διοικητικό, θεσμικό ή κοινωνικό μας πλαίσιο που επιτρέπει ρωγμές ασφάλειας σε χώρους που οφείλουν να είναι οι πλέον ελεγχόμενοι της Πολιτείας;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο σε επιμέρους αστοχίες. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο, διαχρονικά, αντιμετωπίζουμε τις φυλακές. Στην ελληνική δημόσια σφαίρα η φυλακή συχνά αντιμετωπίζεται ως «χώρος εκτός κοινωνίας». Όταν η κοινωνία αντιμετωπίζει τον σωφρονισμό με αποστροφή, η βελτίωση των προϋποθέσεων λειτουργίας του δεν γίνεται συλλογικό αίτημα, αλλά παραμένει στο περιθώριο.
Η στάση απέναντι στους κρατούμενους χαρακτηρίζεται συχνά από απόσταση. «Είναι εγκληματίες» άρα η συζήτηση για τις συνθήκες κράτησης μοιάζει δευτερεύουσα. Αυτή η απο-ανθρωποποίηση, όμως, δεν πλήττει μόνο τους ίδιους. Υπονομεύει τη θεσμική σοβαρότητα με την οποία το κράτος οφείλει να διαχειρίζεται τον εγκλεισμό. Τα σωφρονιστικά καταστήματα δεν είναι αποθήκες σωμάτων. Είναι δομές άσκησης κρατικής εξουσίας. Η ασφάλεια δεν είναι εκδίκηση, είναι διαχείριση υψηλού κινδύνου. Και κανένα σωφρονιστικό σύστημα δεν λειτουργεί με ευχές. Λειτουργεί με σαφή πρωτόκολλα, εκπαιδευμένο προσωπικό, ελέγχους, τεχνολογικά μέσα που λειτουργούν και κουλτούρα σωφρονισμού. Σωφρονισμός δεν είναι απλώς κράτηση. Είναι θεσμική διαχείριση ανθρώπων με στόχο την ασφάλεια, τη νομιμότητα και την επανένταξη.
Η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται στην αυστηρότητα. Όμως η αυστηρότητα, από μόνη της, δεν αρκεί. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διοικητική επάρκεια, την επαγγελματική εκπαίδευση και τη λειτουργική θωράκιση ενός συστήματος.
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται το σωφρονιστικό προσωπικό. Ανεξαρτήτως της διερεύνησης τυχόν ευθυνών σε κάθε συγκεκριμένο περιστατικό, είναι γεγονός ότι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι καλούνται καθημερινά να λειτουργήσουν σε περιβάλλον υψηλής έντασης. Όμως παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι εργάζονται σε συνθήκες που, όπως έχει επισημάνει η ΟΣΥΕ, επιβαρύνονται από συχνά περιστατικά βίας, εντάσεων και κινδύνων. Η ασφάλεια των κρατουμένων και η ασφάλεια του προσωπικού δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι, είναι αλληλένδετοι.
Η βία μέσα στις φυλακές δεν «μένει» μέσα στις φυλακές. Αγγίζει την αξιοπιστία των θεσμών και την ικανότητα του κράτους να ελέγχει τους πιο ελεγχόμενους χώρους του. Όσο αντιμετωπίζουμε τις φυλακές ως «μαύρο κουτί» πίσω από το οποίο μεταθέτουμε ό,τι δεν θέλουμε να βλέπουμε, τόσο θα αιφνιδιαζόμαστε όταν αυτό ανοίγει βίαια.
Αν θέλουμε πραγματική ασφάλεια, οφείλουμε να υπερβούμε τα στερεότυπα. Να πάψουμε να ταυτίζουμε τον επαγγελματισμό με επιείκεια και τη θεσμική σοβαρότητα με χαλαρότητα. Να απαιτούμε διοίκηση, έλεγχο, διαφάνεια και διαρκή αξιολόγηση. Να μην επιτρέπουμε η κοινωνική αποστροφή από τον σωφρονισμό να μετατρέπεται σε θεσμική χαλαρότητα. Γιατί η φυλακή δεν είναι ο «έξω από εδώ» της κοινωνίας, είναι οργανικό τμήμα της.
Τελικά, ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τις φυλακές αποτελεί δείκτη ωριμότητας της δημοκρατίας μας. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση ενός περιστατικού, αλλά η σταθερή ενίσχυση της θεσμικής τους λειτουργίας. Γιατί οι φυλακές δεν είναι “εκτός”. Είναι ο χώρος όπου η Πολιτεία ασκεί, ίσως πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού, την ευθύνη της.







