Στο συμπέρασμα ότι οι δύο Κινέζοι που «παγίδευαν» κινητά τηλέφωνα στην Αθήνα δεν δρούσαν μόνοι τους, αλλά αποτελούσαν μέρος ευρύτερου διεθνικού δικτύου υποκλοπής τραπεζικών στοιχείων, καταλήγουν οι αστυνομικές Αρχές που χειρίστηκαν την υπόθεση.
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές της Ελληνική Αστυνομία, ο 29χρονος και ο 31χρονος, πέρα από τον εξειδικευμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό που εντοπίστηκε στην κατοχή τους, χρησιμοποιούσαν σέρβερ που δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί γεωγραφικά και εκτιμάται ότι βρίσκονται εκτός Ελλάδας, ενδεχομένως ακόμη και εκτός Ευρώπης.
Οι ίδιες πηγές θεωρούν ιδιαίτερα πιθανό οι δύο συλληφθέντες να είχαν υποστήριξη από άτομα «ιεραρχικά» ανώτερα, τα οποία παρείχαν τεχνική καθοδήγηση, υποδομές και επιχειρησιακή κάλυψη.
Όπως επισημαίνουν αστυνομικοί με γνώση ανάλογων υποθέσεων, παρόμοιες επιθέσεις έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες, με την ίδια ακριβώς μεθοδολογία. «Υπάρχουν ενδείξεις ότι το ίδιο “κέντρο” και η ίδια τεχνική υποστήριξη μπορεί να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε περισσότερα κράτη, με διαφορετικές ομάδες εκτελεστών», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Για τον λόγο αυτό, για την υπόθεση ενημερώθηκε και η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, καθώς τα στοιχεία παραπέμπουν σε οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα με διεθνείς διασυνδέσεις. Αστυνομικές πηγές εξηγούν ότι η καθυστέρηση στην επίσημη δημοσιοποίηση της υπόθεσης –σχεδόν εννέα μήνες μετά τις συλλήψεις– οφείλεται στη χρονοβόρα και εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία ανάλυσης των ψηφιακών πειστηρίων και στον εντοπισμό πιθανών θυμάτων, κάτι που δεν ήταν εύκολο λόγω της πολυπλοκότητας της τεχνολογίας που χρησιμοποιήθηκε.
Οι δύο συλληφθέντες, μετά τη σύλληψή τους, αρνήθηκαν τις κατηγορίες και περιορίστηκαν στην παραδοχή ότι τα διαβατήριά τους ήταν πλαστά. Δεν έδωσαν καμία πληροφορία για ενδεχόμενους συνεργούς, ούτε για το πώς απέκτησαν τον εξειδικευμένο εξοπλισμό και τις τεχνικές γνώσεις που απαιτούνται για τέτοιου είδους επιθέσεις. Στις επικοινωνίες τους χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά κρυπτογραφημένες εφαρμογές, γεγονός που δυσχεραίνει περαιτέρω την έρευνα.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το εύρος της οικονομικής τους δραστηριότητας. Από την έρευνα έχουν ταυτοποιηθεί μόλις δύο αγορές συνολικού ύψους περίπου 1.500 ευρώ σε καταστήματα σε Μαρούσι και Σπάτα, ποσό που θεωρείται δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τον εξοπλισμό και τις δυνατότητες που διέθεταν. Αυτό ενισχύει τα σενάρια είτε ότι βρίσκονταν στην αρχική φάση της δράσης τους, είτε ότι πραγματοποίησαν επιθέσεις που δεν καταγγέλθηκαν ποτέ, είτε ακόμη ότι λειτουργούσαν δοκιμαστικά, αξιολογώντας τις δυνατότητές τους για μελλοντικά χτυπήματα.
Η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν, γνωστή διεθνώς ως «fake base station», δεν πρόκειται για απλό phishing. Πρόκειται για επίθεση σε επίπεδο δικτύου κινητής τηλεφωνίας, όπου ο δράστης παρεμβαίνει στο σήμα, ελέγχει τη σύνδεση της συσκευής και αποστέλλει στοχευμένα SMS, παρακάμπτοντας τα φίλτρα των παρόχων. Τα μηνύματα εμφανίζονται απολύτως νόμιμα, αποστέλλονται τη «σωστή στιγμή» και αφήνουν ελάχιστα ψηφιακά ίχνη.
Οι δύο άνδρες εντοπίστηκαν τελικά σε εμπορικό κέντρο στα Σπάτα, χάρη στην παρατηρητικότητα υπαλλήλου καταστήματος, ο οποίος αναγνώρισε ύποπτη συμπεριφορά από παλαιότερο περιστατικό και ειδοποίησε την Αστυνομία. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι έφεραν πλαστά έγγραφα, ενώ στο όχημά τους βρέθηκε πλήρης ηλεκτρονικός εξοπλισμός, κεραία-πομπός και ρούτερ.
Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για πλαστογραφία, απάτες και παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται με ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης συνεργών και ευρύτερου κυκλώματος.









