του Ανέστη Γερονικολάκη
Τα τελευταία χρόνια έχουμε αποκτήσει μια παράξενη έως δυσάρεστη, συνήθεια. Μόλις τα πράγματα δείχνουν να ηρεμούν, περιμένουμε να δούμε τι θα έρθει μετά. Και, δυστυχώς, συνήθως κάτι έρχεται.
Μια ολόκληρη γενιά πέρασε από τη δεκαετή οικονομική κρίση στην πανδημία και από εκεί στην ενεργειακή αναστάτωση, στην ακρίβεια και σε πολέμους που κάποτε πιστεύαμε ότι βρίσκονταν αρκετά μακριά ώστε να μην επηρεάζουν άμεσα τη ζωή μας. Τελικά αποδείχθηκε ότι τίποτα δεν είναι τόσο μακριά. Μια ένταση στη Μέση Ανατολή μπορεί σύντομα να φανεί στην τιμή της βενζίνης και μια ανατροπή στις διεθνείς αγορές να αλλάξει μέσα σε λίγες ημέρες τους υπολογισμούς ενός νοικοκυριού ή μιας επιχείρησης στην Ελλάδα.
Κάπως έτσι μάθαμε να ζούμε περισσότερο με το «βλέπουμε». Πού θα πάνε τα επιτόκια πριν πάρουμε ένα στεγαστικό δάνειο, πόσο θα ανέβουν τα ενοίκια πριν αλλάξουμε σπίτι, πώς θα εξελιχθεί η δουλειά πριν πάρουμε μια μεγάλη απόφαση. Το ίδιο συμβαίνει στην αγορά. Ο μικρός επιχειρηματίας που σκέφτεται να επενδύσει ή να προσλάβει έναν εργαζόμενο θα μετρήσει πρώτα την ενέργεια, τις εισφορές, τη φορολογία και την κατανάλωση. Δεν λείπει η διάθεση να προχωρήσουμε. Λείπει συχνά η βεβαιότητα ότι οι σημερινοί υπολογισμοί θα ισχύουν και αύριο.
Αυτό έχει συνέπειες που ξεπερνούν τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Όταν αναβάλλεται η αγορά ενός σπιτιού, η δημιουργία οικογένειας ή μια επιχειρηματική επένδυση, το αποτύπωμα φαίνεται αργά ή γρήγορα σε ολόκληρη την οικονομία. Η ανασφάλεια δεν αφορά μόνο εκείνον που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα. Αφορά και εκείνον που τα καταφέρνει, αλλά διστάζει να κάνει το επόμενο βήμα.
Εδώ βρίσκεται μια από τις δύσκολες υποχρεώσεις της κυβέρνησης στο τελευταίο μέρος της τετραετίας. Η Ελλάδα προφανώς δεν μπορεί να καθορίσει τις διεθνείς τιμές της ενέργειας ούτε όσα συμβαίνουν στα πολεμικά μέτωπα. Μπορεί όμως να δουλέψει πάνω σε όσα εξαρτώνται από την ίδια. Στα εισοδήματα, στη φορολογία, στο στεγαστικό, στη λειτουργία της αγοράς και στις συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούν να σταθούν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Τα προηγούμενα χρόνια οι έκτακτες ενισχύσεις ήταν σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίες και το κράτος όφειλε να παρέμβει. Όσο όμως περνά ο καιρός, η απαίτηση αλλάζει. Δεν αρκεί να αναζητούμε μια έκτακτη λύση όταν οι τιμές ξεφεύγουν ή όταν ένας εξωτερικός παράγοντας δημιουργεί νέα πίεση. Χρειάζεται μεγαλύτερη αντοχή της οικονομίας και κυρίως μεγαλύτερη προστασία για εκείνους που αισθάνονται πρώτοι κάθε ανατροπή.
Σε λίγους μήνες η χώρα θα μπει για τα καλά στην τελική ευθεία προς τις εκλογές του 2027. Η αντιπαράθεση θα οξυνθεί, κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα ανεβάσουν τους τόνους και σχεδόν κάθε απόφαση θα διαβάζεται πλέον και εκλογικά. Η πραγματική ζωή, όμως, δεν πρόκειται να περιμένει τις κάλπες. Οι οικογένειες και οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να παίρνουν αποφάσεις με βάση όσα έχουν μπροστά τους και όχι με βάση το πολιτικό ημερολόγιο.
Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια αλλεπάλληλων ανατροπών, κανείς δεν περιμένει να ακούσει ότι όλα θα γίνουν εύκολα. Αυτό που λείπει περισσότερο είναι η αίσθηση ότι μπορούμε επιτέλους να κοιτάξουμε λίγο πιο μακριά από τον επόμενο μήνα και να πάρουμε μια απόφαση χωρίς να υπολογίζουμε εξαρχής όλα όσα μπορεί να πάνε στραβά.
Να ξαναγίνει το αύριο κάτι που σχεδιάζουμε και όχι κάτι που περιμένουμε με φόβο.









