του Ανέστη Γερονικολάκη
Ήταν μόλις 20 ετών. Ένα νεαρό παιδί με ένα όνειρο που μοιάζει απλό, αλλά για κάποιους ανθρώπους μπορεί να γίνει ολόκληρη ζωή: να γίνει τραγουδιστής.
Η φωνή του ήταν διαφορετική. Ίσως όχι από εκείνες που εντυπωσιάζουν από την πρώτη στιγμή, όμως είχε κάτι δικό της. Προσπάθησε πολύ. Χτύπησε πόρτες, γνώρισε ανθρώπους του χώρου, μάνατζερ, ανθρώπους του ραδιοφώνου και παράγοντες που μπορούσαν να του ανοίξουν δρόμους.
Μόνο που οι πόρτες αυτές, όπως κατάλαβε αργότερα, δεν άνοιγαν δωρεάν.
Πριν από περίπου τρεις δεκαετίες, σε έναν χώρο όπου οι ισορροπίες εξουσίας ήταν συχνά σκληρές και οι καταγγελίες δύσκολα έβρισκαν φωνή, κάποιοι ζητούσαν ανταλλάγματα που δεν είχαν καμία σχέση με τη μουσική. Δεν ήταν χρήματα. Ήταν το σώμα.
Και εκείνος υπέκυψε.
Έδωσε κομμάτια του εαυτού του για να πάρει αυτό που ονειρευόταν. Μπήκε σε έναν κόσμο όπου η επιτυχία φαινόταν να έχει τίμημα και αποφάσισε να το πληρώσει.
Χρόνο με τον χρόνο έγινε πιο γνωστός. Απέκτησε το δικό του ύφος, έγραψε τα δικά του τραγούδια, απέκτησε κοινό και αναγνωρισιμότητα. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα όνειρο ενός 20χρονου παιδιού έγινε πραγματικότητα.
Όμως κάπου στην πορεία κάτι μέσα του άρχισε να σαπίζει.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος μαθαίνει από νωρίς ότι η δύναμη δίνει το δικαίωμα στον ισχυρό να παίρνει από τον αδύναμο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, όταν αλλάξουν οι ρόλοι, να γίνει ο ίδιος αυτό που κάποτε φοβόταν.
Και αυτό φαίνεται πως συνέβη.
Όταν απέκτησε ο ίδιος δύναμη και επιρροή, συνάντησε νέα παιδιά που είχαν όνειρα παρόμοια με εκείνο που είχε ο ίδιος στα 20 του. Παιδιά που έψαχναν μια ευκαιρία, μια γνωριμία, ένα τραγούδι, ένα ξεκίνημα.
Εκεί θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι διαφορετικό.
Θα μπορούσε να τους προστατεύσει.
Να τους πει ότι δεν χρειάζεται να πουλήσουν τίποτα από τον εαυτό τους για να προχωρήσουν. Να σπάσει τον κύκλο που είχε πληγώσει και τον ίδιο.
Αντί γι’ αυτό, σύμφωνα με όσα περιγράφονται για την ιστορία του, αναπαρήγαγε το ίδιο σκοτεινό σύστημα. Ζήτησε από νεότερους ανθρώπους τα ίδια ανταλλάγματα που κάποτε είχαν ζητήσει από εκείνον. Η πίεση, η χειραγώγηση και τα ναρκωτικά έγιναν μέρος μιας καταστροφικής πραγματικότητας.
Ο άνθρωπος που κάποτε ήταν το θύμα είχε πλέον γίνει θύτης.
Και κάπου εκεί χάθηκε και ο ίδιος.
Η ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε. Μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές, έκανε θεραπείες, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του. Όμως μέσα του όλα έμοιαζαν μπερδεμένα. Η επιτυχία δεν έφερε την ηρεμία που περίμενε. Η αναγνώριση δεν μπόρεσε να σβήσει όσα είχαν προηγηθεί.
Στα 54 του χρόνια έφυγε από τη ζωή, από ανακοπή.
Και μένει ένα ερώτημα που ίσως δεν έχει εύκολη απάντηση:
Άξιζε όλο αυτό;
Άξιζε ένα όνειρο να κοστίσει τόσο πολύ;
Άξιζαν η αναγνωρισιμότητα, τα τραγούδια, η επιτυχία και η δύναμη το τίμημα μιας ζωής που τελικά γέμισε πληγές;
Ίσως η απάντηση να είναι όχι.
Γιατί η πραγματική τραγωδία δεν είναι ότι ένας άνθρωπος απέτυχε να γίνει αυτό που ονειρευόταν. Είναι ότι κατάφερε να γίνει αυτό που ονειρευόταν και, παρ’ όλα αυτά, έχασε τον εαυτό του στην πορεία.
Και υπάρχει μια ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία.
Εκείνο το 20χρονο παιδί, που κάποτε χτυπούσε πόρτες κρατώντας ένα όνειρο και μια φωνή, ίσως να χρειαζόταν απλώς έναν άνθρωπο να του πει:
«Δεν χρειάζεται να δώσεις το σώμα ή την ψυχή σου για να τραγουδήσεις.»
Ίσως τότε η ιστορία να ήταν διαφορετική.
Ίσως να μην είχε γίνει τόσο γνωστός.
Ίσως όμως να είχε γίνει ένας πολύ πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το πραγματικό τίμημα της επιτυχίας που δεν πρέπει ποτέ να δεχτούμε: να κερδίσεις τον κόσμο και να χάσεις τον εαυτό σου.









