Μία υπόθεση ηλεκτρονικού εγκλήματος με στοιχεία που παραπέμπουν σε κινηματογραφικό σενάριο έφτασε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, αποκαλύπτοντας τη δράση κυκλώματος που φέρεται να «άδειαζε» τραπεζικούς λογαριασμούς ανυποψίαστων πολιτών χρησιμοποιώντας προσωπικά δεδομένα και κωδικούς που προμηθευόταν μέσω του Dark Web.
Ανάμεσα στους καταδικασθέντες βρίσκονται ένας πρώην ιερέας, ο 26χρονος ανιψιός του, αλλά και ένας αστυνομικός, με τις ποινές που επιβλήθηκαν να φτάνουν μέχρι και τα 11 χρόνια κάθειρξης.
Η εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με τη δικογραφία, έδρασε την περίοδο 2018-2019, προκαλώντας οικονομική ζημία άνω των 175.000 ευρώ, ενώ δεκάδες πολίτες φέρονται να έπεσαν θύματα των ηλεκτρονικών απατών.
Ποιος ήταν ο 42χρονος πρώην ιερέας
Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης εμφανίζεται ένας 42χρονος καθαιρεμένος ιερέας, στον οποίο το δικαστήριο επέβαλε ποινή κάθειρξης 11 ετών.
Ο 42χρονος είναι θείος του 26χρονου συγκατηγορούμενού του και οι δύο εμφανίζονται, σύμφωνα με τη δικογραφία, να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη λειτουργία της ομάδας.
Το όνομά του δεν έχει δημοσιοποιηθεί από τις αξιόπιστες πηγές που έχουν καλύψει την υπόθεση. Εκείνο που έχει γίνει γνωστό είναι ότι έχει καθαιρεθεί από την ιεροσύνη και ότι ήδη κρατείται προσωρινά για διαφορετική υπόθεση που αφορά διακίνηση μεταναστών.
Στον 26χρονο ανιψιό του επιβλήθηκε κάθειρξη 10 ετών. Ο ίδιος εκτίει ήδη πολυετή ποινή για άλλες υποθέσεις ηλεκτρονικής απάτης που αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα.
Ο αστυνομικός του κυκλώματος
Στην ίδια υπόθεση καταδικάστηκε και αστυνομικός, στον οποίο επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 7 ετών για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση και συνέργεια στις απάτες.
Ένας δεύτερος αστυνομικός είχε επίσης βρεθεί στο εδώλιο, ωστόσο αθωώθηκε από το δικαστήριο.
Για όσους καταδικάστηκαν σε καθείρξεις, το δικαστήριο αποφάσισε ότι η άσκηση έφεσης δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, γεγονός που σημαίνει ότι οι ποινές τους είναι εκτελεστές.
Έβρισκαν στο Dark Web τα «κλειδιά» των λογαριασμών
Ο τρόπος δράσης του κυκλώματος ήταν ιδιαίτερα οργανωμένος.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα μέλη της ομάδας αποκτούσαν πρόσβαση σε ψηφιακά αρχεία του λεγόμενου «σκοτεινού διαδικτύου», τα οποία περιείχαν κλεμμένα usernames, passwords, προσωπικά δεδομένα και στοιχεία τραπεζικών πελατών.
Τα δεδομένα αυτά είχαν υποκλαπεί από άγνωστους δράστες και στη συνέχεια διακινούνταν μέσω Dark Web.
Με αυτά τα στοιχεία ως βάση, τα μέλη της ομάδας επιχειρούσαν να παρακάμψουν τα συστήματα ασφαλείας των τραπεζών και να εισέλθουν στις υπηρεσίες web banking των θυμάτων τους.
Πώς παρακάμπτονταν οι κωδικοί ασφαλείας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέθοδος που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, χρησιμοποιούσαν για να παρακάμψουν και το δεύτερο επίπεδο ασφαλείας των τραπεζικών συναλλαγών.
Φέρονται να προχωρούσαν σε εκτροπή τηλεφωνικών κλήσεων και μηνυμάτων από τα κινητά των θυμάτων προς τηλέφωνα που χρησιμοποιούσε το κύκλωμα.
Με αυτό τον τρόπο μπορούσαν να αποκτούν πρόσβαση ακόμη και σε πρόσθετους κωδικούς ασφαλείας και στη συνέχεια να πραγματοποιούν συναλλαγές μέσα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των ανυποψίαστων πολιτών.
Πλήρωναν Εφορία, ΔΕΗ και λογαριασμούς με ξένα χρήματα
Η δράση της ομάδας δεν περιοριζόταν σε απλές μεταφορές χρημάτων.
Μέσα από τους λογαριασμούς των θυμάτων εκδίδονταν, σύμφωνα με τη δικογραφία, προπληρωμένες χρεωστικές κάρτες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για την αγορά ηλεκτρονικών συσκευών.
Τα προϊόντα είτε κρατούνταν από τα μέλη του κυκλώματος είτε μεταπωλούνταν ώστε να μετατραπούν τα κλεμμένα χρήματα σε μετρητά.
Παράλληλα, μέσω των παραβιασμένων λογαριασμών φέρονται να πληρώνονταν χρέη προς την Εφορία, λογαριασμοί της ΔΕΗ και οφειλές σε εταιρείες κινητής τηλεφωνίας.
Μάλιστα, σύμφωνα με όσα περιγράφονται στη δικογραφία, τα μέλη της ομάδας αναζητούσαν άτομα που είχαν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και προσφέρονταν να τις εξοφλήσουν έναντι αμοιβής, χρησιμοποιώντας όμως χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων.
Στο παιχνίδι και τα κρυπτονομίσματα
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μέλη της ομάδας φέρονται να αγόραζαν και κρυπτονομίσματα, σε μία προσπάθεια να δυσκολέψουν την παρακολούθηση της ροής των χρημάτων.
Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδας ήταν εκείνη που οδήγησε στην αποκάλυψη της δράσης και τελικά στην παραπομπή των κατηγορουμένων ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Επτά καταδίκες, τρεις αθωώσεις
Στο εδώλιο κάθισαν συνολικά δέκα κατηγορούμενοι.
Οι επτά κρίθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν ποινές που κυμαίνονται από 10 μήνες φυλάκιση έως 11 χρόνια κάθειρξη, ενώ τρεις κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Κανένας από τους καταδικασθέντες δεν παρέστη αυτοπροσώπως στο δικαστήριο. Εκπροσωπήθηκαν από τους συνηγόρους τους και αρνήθηκαν, στην πλειονότητά τους, τις κατηγορίες.
Η υπόθεση αποκαλύπτει ταυτόχρονα πόσο πολύτιμα μπορούν να γίνουν για οργανωμένες ομάδες τα κλεμμένα προσωπικά δεδομένα και οι τραπεζικοί κωδικοί που διακινούνται στα σκοτεινά δίκτυα του διαδικτύου, αλλά και πόσο σύνθετες μπορούν να γίνουν οι μέθοδοι για την παράκαμψη των τραπεζικών συστημάτων ασφαλείας.











