Σε ποινή φυλάκισης 40 μηνών καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βέροιας ένας 19χρονος, ο οποίος δημοσίευσε βίντεο με προσωπικές στιγμές της ανήλικης συντρόφου του, σε μία υπόθεση που αναδεικνύει τη σοβαρότητα των περιστατικών εκδικητικής πορνογραφίας.
Η συγκεκριμένη υπόθεση συγκαταλέγεται στις πρώτες που εκδικάζονται ως κακούργημα μετά την αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου το 2022, όταν το αδίκημα της revenge porn αναβαθμίστηκε, με στόχο την αποτελεσματικότερη προστασία των θυμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η 17χρονη διατηρούσε σχέση διάρκειας περίπου έξι μηνών με τον κατηγορούμενο. Όπως κατήγγειλε, κατά τη διάρκεια της σχέσης ο 19χρονος επέδειξε έντονα στοιχεία ζήλιας και ελεγκτικής συμπεριφοράς, γεγονός που επηρέασε σημαντικά την καθημερινότητά της.
Το περιστατικό σημειώθηκε όταν ο νεαρός φέρεται να της ζήτησε τους κωδικούς πρόσβασης στο Instagram, με πρόσχημα τον έλεγχο των συνομιλιών της. Όταν διαπίστωσε ότι είχε επαφή με άλλο άτομο, αντέδρασε έντονα και προχώρησε στην υλοποίηση των απειλών του.
Συγκεκριμένα, δημοσίευσε στον λογαριασμό της 17χρονης βίντεο διάρκειας λίγων δευτερολέπτων, στο οποίο απεικονιζόταν η ίδια σε προσωπικές στιγμές μαζί του. Το υλικό αναρτήθηκε ως «story», έγινε ορατό από εκατοντάδες χρήστες και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, κοινοποιήθηκε και σε άλλες πλατφόρμες.
Μάλιστα, ο κατηγορούμενος φέρεται να άλλαξε τους κωδικούς πρόσβασης του λογαριασμού, προκειμένου να καθυστερήσει τη διαγραφή του επίμαχου υλικού και να αυξήσει τη διάδοσή του.
Από την πλευρά του, ο 19χρονος αρνήθηκε ότι ενήργησε με πρόθεση να εκθέσει την ανήλικη, υποστηρίζοντας ότι η ανάρτηση έγινε κατά λάθος, υπό την επήρεια αλκοόλ και σε κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης. Το δικαστήριο, ωστόσο, δεν έκανε δεκτό τον ισχυρισμό αυτό.
Ο δικηγόρος της 17χρονης, Όθωνας Παπαδόπουλος, χαρακτήρισε την απόφαση ως σημαντική δικαίωση για την εντολέα του, επισημαίνοντας ότι η εκδικητική πορνογραφία αποτελεί μορφή κακοποιητικής συμπεριφοράς με σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες.
Όπως ανέφερε, πρόκειται για ένα φαινόμενο που παρουσιάζει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα λόγω της ευρείας χρήσης των κοινωνικών δικτύων, ενώ πολλές περιπτώσεις δεν φτάνουν ποτέ στις Αρχές, εξαιτίας του φόβου κοινωνικής έκθεσης.












